Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

Σημειώσεις για την ιστορία των φασιστικών κινήσεων στην Ελλάδα Μέρος 1ο


Ο σύντροφος Γιώργος Αλεξάτος έγραψε μια μελέτη, αποκλειστικά για την ιστοσελίδα μας για την ιστορία του φασισμού στην Ελλάδα. Λόγω μεγέθους θα την δημοσιεύσουμε σε τρία μέρη. Εδώ να κάνουμε μια παρένθεση και να σημειώσουμε ότι ο σύντροφος θα αναλάβει μια σειρά εκπομπών στο διαδικτυακό μας ραδιόφωνο για το ελληνικό τραγούδι στην Ελλάδα.
Σημειωτέον ότι ο σύντροφος που είναι και συγγραφέας μεταξύ των βιβλίων που έχει γράψει είναι και αυτό που τιτλοφορείται: «Το Τραγούδι των ηττημένων»

   Σημειώσεις για την ιστορία των φασιστικών κινήσεων  στην Ελλάδα

 Η εκκόλαψη ήταν μακρόχρονη και το αυγό του φιδιού έσπασε, με τις 440.000 ψήφους αυτών που επέλεξαν το κόμμα των νοσταλγών του Χίτλερ για να εκφράσουν τη διάθεσή τους «να ξεβρομίσει ο τόπος». Η εγκληματική συμμορία μετατράπηκε έτσι σε κοινοβουλευτικό κόμμα, άρα έπαψε να είναι περιθωριακή. Κι αυτό που απασχολεί ή που θα έπρεπε να απασχολεί την Αριστερά, είναι το κατά πόσο μπορούμε να μιλάμε πια για φασιστικό κίνδυνο στην Ελλάδα. Για το ενδεχόμενο να αποτελέσουν αυτές οι 440.000 ψήφοι στην Χρυσή Αυγή τη βάση για τη συγκρότηση μαζικού φασιστικού κινήματος, ικανού να απειλήσει τις δημοκρατικές κατακτήσεις, την ίδια την ύπαρξη του εργατικού και λαϊκού κινήματος.


Η αλήθεια είναι ότι στη χώρα μας ουδέποτε υπήρξε φασιστικό κίνημα, με χαρακτηριστικά ανάλογα με αυτά των κινημάτων που αναπτύχθηκαν στη μεσοπολεμική Ιταλία, τη Γερμανία, την Ισπανία κ.λπ. Που εντοπίζονταν στην υιοθέτηση από μεγάλα τμήματα λαϊκών μαζών, κυρίως της μικροαστικής τάξης, μιας ιδεολογίας εθνικιστικής, ιμπεριαλιστικής ή απλώς επεκτατικής, λαϊκιστικής-αντιπλουτοκρατικής (αλλά όχι αντικαπιταλιστικής), αντικομμουνιστικής και αντιδημοκρατικής, και τη στοίχισή τους πίσω από ένα πολιτικό σχέδιο βίαιης συντριβής του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς, μέσω της κατάλυσης των θεσμών της αστικής δημοκρατίας.

Υποστηρίζω ότι στην Ελλάδα, αν και υπήρξαν φασίστες, φασιστικές ομάδες και οργανώσεις, δεν υπήρξε φασιστικό κίνημα. Όπως, επίσης, υπήρξαν και καθεστώτα δικτατορικά, τα οποία όμως δεν ήταν φασιστικά. Ακριβώς γιατί κάθε καθεστώς έκτακτης ανάγκης δεν είναι οπωσδήποτε φασιστικό, όσο κι αν κάποια στοιχεία που το χαρακτηρίζουν μπορεί να έχουν και φασιστική προέλευση. Ανεξαρτήτως του αν πολλά ή και τα περισσότερα στελέχη του είναι φορείς της φασιστικής ιδεολογίας.

Για να μιλήσουμε για φασισμό πρέπει να πάρουμε υπόψη το βασικό χαρακτηριστικό του, που το διαφοροποιεί από τα άλλα αστικά καθεστώτα έκτακτης ανάγκης. Και το χαρακτηριστικό αυτό είναι η στήριξή του σε μαζικό λαϊκό κίνημα, με εθνικιστικό-ιμπεριαλιστικό, λαϊκιστικό-αντιπλουτοκρατικό, αντικομμουνιστικό και αντιδημοκρατικό ιδεολογικό προσανατολισμό. Τέτοιο κίνημα δεν υπήρξε στην Ελλάδα.

Οι θεωρούμενες ως προδρομικές φασιστικές κινήσεις

Είναι πολλοί αυτοί που υποστηρίζουν ότι όχι μόνο υπήρξαν ισχυρές τάσεις φασιστικού προσανατολισμού στη μεσοπολεμική Ελλάδα, αλλά και ότι υπήρξαν ακόμα και προδρομικά φασιστικά φαινόμενα. Ως τέτοια, αναφέρονται οι ιδεολογικές διακηρύξεις διανοουμένων όπως ο Περικλής Γιαννόπουλος και ο Ίων Δραγούμης, καθώς και το κίνημα των Επιστράτων του 1916-17.
Θεωρώ ότι μια τέτοια προσέγγιση είναι λανθασμένη.

 Όσον αφορά στους διανοούμενους που αναφέρονται, ο μεν Γιαννόπουλος μπορεί να «τράβηξε στα άκρα» την αρχαιολατρία της κυρίαρχης ιδεολογίας του νεοελληνικού κράτους, αλλά το έκανε περισσότερο ως αντίδραση στην άλλη κυρίαρχη και συμπληρωματική ιδεολογική τάση, του εκδυτικισμού-εξευρωπαϊσμού. Στο έργο του δεν υπάρχουν στοιχεία ιμπεριαλιστικών προσδοκιών, πέραν φυσικά της κοινής σε όλους τους Έλληνες εκείνων των χρόνων αξίωσης για την εθνική ολοκλήρωση, με την ένταξη στο ελληνικό κράτος των περιοχών όπου ζούσαν συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί. Αντιστοίχως, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί πρόδρομος του φασισμού ο Ίων Δραγούμης, ο οποίος, επιπλέον, υποστήριζε ότι ο ελληνισμός θα μπορούσε να αναδειχθεί σε κυρίαρχη εθνότητα στην Ανατολή, με τον μετασχηματισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και όχι με την αποσύνθεσή της και τη δημιουργία ισχυρού ελληνικού κράτους. Υποστηρικτής της ουδετερότητας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, προσέγγισε τις σοσιαλιστικές ιδέες υπό την επίδραση της Οκτωβριανής Επανάστασης, ακολουθώντας αντίστροφο δρόμο απ’ αυτόν που ακολούθησε τα ίδια εκείνα χρόνια ο Μουσολίνι.

Ως προς το κίνημα των Επιστράτων, μόνο μια επιφανειακή ματιά θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι είχε φασιστικά χαρακτηριστικά. Συγκροτημένο από στρατιώτες και έφεδρους αξιωματικούς και υπαξιωματικούς που αποστρατεύτηκαν από την αντιβενιζελική κυβέρνηση το 1916, όταν οι βενιζελικοί σχημάτισαν την κυβέρνηση της Εθνικής Άμυνας στη Θεσσαλονίκη, το κίνημα αποτέλεσε έκφραση της λαϊκής αντίθεσης στην είσοδο της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Είναι περίεργη η απόδοση φασιστικού χαρακτήρα σε ένα αντιπολεμικό και αντι-επεκτατικό λαϊκό κίνημα, όταν μάλιστα στις γραμμές του συνυπάρχουν οι μικροαστοί των πόλεων και οι μικροϊδιοκτήτες αγρότες με τους εργάτες, που ταυτίζουν τη φιλοπολεμική πολιτική των βενιζελικών με την παρουσία στο βενιζελικό στρατόπεδο των εκπροσώπων του μεγάλου κεφαλαίου της εποχής. Ένα αντιπλουτοκρατικό κίνημα που δεν στρέφεται και κατά των εργατών, σίγουρα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί φασιστικό. Πολλώ δε μάλλον, όταν συγκροτείται σε αντίθεση με την πολιτική του πολέμου και της συνοριακής επέκτασης.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι στις εκλογές του 1915, στη βάση αυτής ακριβώς της αντιπολεμικής τοποθέτησης, οι τάσεις των σοσιαλιστών που τρία χρόνια αργότερα ίδρυσαν το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας (ΣΕΚΕ), το μετέπειτα ΚΚΕ, είχαν συνεργαστεί με τους αντιβενιζελικούς, εκλέγοντας και δυο βουλευτές, τους Αλμπέρτο Κουριέλ και Αριστοτέλη Σίδερη. Εκλογική συνεργασία, έστω και άτυπη αυτή τη φορά, υπήρξε και το 1920, όταν καταποντίστηκε ο Βενιζέλος, καθώς η πλειοψηφία του ελληνικού λαού τάχθηκε κατά της συνέχισης του πολέμου στη Μικρά Ασία.
Πολλές από τις απόπειρες ιστορικής προσέγγισης εκείνης της περιόδου χαρακτηρίζονται από μια τάση πρωθύστερης ανάλυσης. Έτσι, η δραστηριότητα του Ιωάννη Μεταξά, τόσο για τη συγκρότηση του κινήματος των Επιστράτων όσο και στα χρόνια του Μεσοπολέμου, ως επικεφαλής ιδιαίτερου κόμματος, των Ελευθεροφρόνων, χρησιμοποιείται ως στοιχείο για την απόδοση φασιστικής ταυτότητας και στο κίνημα και στο κόμμα.

Προφανώς, παραβλέπεται το γεγονός ότι αυτός ο βαθιά συντηρητικός στρατιωτικός πολιτεύτηκε εκείνα τα χρόνια σε μια κατεύθυνση ριζικά αντίθετη απ’ αυτή που θα περίμενε κανείς από έναν φασίστα. Φασίστας που αντιτάσσεται στην πολεμική επεκτατική πολιτική; Που ακόμα και στην περίοδο που η παράταξή του, η αντιβενιζελική, βρίσκεται στην εξουσία και συνεχίζει τον πόλεμο στη Μικρά Ασία, είναι ο μόνος πολιτικός της χώρας (πέραν των σοσιαλιστών-κομμουνιστών) που διαφοροποιείται δημοσίως;

Αντιστοίχως, είναι μεγάλο λάθος να θεωρείται πως το Κόμμα των Ελευθεροφρόνων κατέλαβε το δεξιό άκρο στον πολιτικό χάρτη της ελληνικής πολιτικής ζωής. Σε μια περίοδο κυριαρχίας και πάλι του βενιζελισμού, το κόμμα αυτό ιδρύθηκε ως μετριοπαθές, αποδεχόμενο τη νέα πραγματικότητα, όταν ο υπόλοιπος αντιβενιζελικός χώρος αρνήθηκε ακόμα και τη συμμετοχή στις εκλογές του 1923. Τουλάχιστον ως το 1933, το Κόμμα των Ελευθεροφρόνων θεωρούνταν η κύρια πολιτική έκφραση του μετριοπαθούς αντιβενιζελισμού.

Εντούτοις, είναι αλήθεια ότι ο ίδιος ο Μεταξάς, όπως και άλλα επίλεκτα στελέχη του κόμματός του, εκδήλωνε φιλοφασιστικές τάσεις. Αλλά δεν ήταν ο μόνος. Το παράδειγμα της φασιστικής Ιταλίας, όπου η σιδηρά πυγμή του Μουσολίνι φαινόταν να έχει εξουδετερώσει τον κομμουνιστικό κίνδυνο και να έχει βάλει σε λειτουργία ένα κράτος εύρυθμο, υπήρξε ελκτικό για πολλούς από τους Έλληνες πολιτικούς εκείνων των χρόνων.  Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, ήταν κυρίως

βενιζελικοί-«δημοκρατικοί» αυτοί που δεν δίσταζαν να εκφράσουν δημοσίως τον θαυμασμό τους για τον ιταλικό φασισμό. Από τον Νικόλαο Πλαστήρα και τον Θεόδωρο Πάγκαλο (που προσπάθησε ο δόλιος να αντιγράψει τον Μουσολίνι στα 1925-26, για να αποτύχει οικτρά), μέχρι και τον ίδιο τον Ελευθέριο Βενιζέλο, αλλά και τον αγροτοσοσιαλιστή Ιωάννη Σοφιανόπουλο κ.ά.

Θα αρκούσε αυτή η συμπάθεια προς τον ιταλικό φασισμό, αλλά και οι απόπειρες στρατιωτικών κινημάτων για την επιβολή δικτατορίας των «δημοκρατικών», για να χαρακτηρίσει ως φασιστικό τον βενιζελικό χώρο; Είναι προφανές, ότι κανείς δεν θα ισχυριζόταν κάτι τέτοιο.

Οι φασιστικές οργανώσεις του Μεσοπολέμου

Η Ελλάδα του Μεσοπολέμου ζει στον απόηχο της μικρασιατικής τραγωδίας, που έβαλε ταφόπλακα στα τυχοδιωκτικά επεκτατικά οράματα της Μεγάλης Ιδέας. Ο εθνικισμός σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί πια να εκφραστεί με επεκτατικές προσδοκίες και φυσικά δεν συνιστά εθνικισμό το παλλαϊκό αίτημα της Ένωσης με την Ελλάδα της Δωδεκανήσου και της Κύπρου, που επιπλέον στρεφόταν και ενάντια σε δυο ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, την Ιταλία και τη Μεγάλη Βρετανία.

Ο ελληνικός καπιταλισμός γνωρίζει πρωτόγνωρους ρυθμούς ανάπτυξης, με τον συνδυασμό της συγκέντρωσης εντός των ελληνικών συνόρων τόσο του ισχυρού παροικιακού κεφαλαίου, που μέχρι πρόσφατα δρούσε στη Ρωσία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία,  όσο και των προσφύγων, που κατά εκατοντάδες χιλιάδες εντάχθηκαν στο προλεταριάτο, προσφέροντας στο ελληνικό κεφάλαιο άφθονη και φτηνή εργατική δύναμη.

Όταν, από το 1930, η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με τη μεγάλη οικονομική κρίση, η εργατική και λαϊκή δυσαρέσκεια εκφράζεται με την ανάπτυξη αγώνων που όλο και περισσότερο καθοδηγούνται από το ΚΚΕ. Παράλληλα, διαμορφώνονται ευρύτατα δίκτυα κοινωνικής αλληλεγγύης, κυρίως στις προσφυγογειτονιές, που είχαν υποχρεωθεί προ πολλού να συγκροτήσουν ανάλογες μορφές κοινωνικής συνύπαρξης, μέσα από τα οποία εκφράζεται η συνείδηση της κοινότητας συμφερόντων φτωχών μικροϊδιοκτητών, απασχολουμένων εργατών και ανέργων. Επιπλέον, διαμορφώνονται μορφές παλλαϊκής ενότητας, με την έκφραση της αλληλεγγύης των μικροϊδοκτητικών στρωμάτων στις εργατικές κινητοποιήσεις, με τη συμπαράσταση των εργατών και των μικροϊδιοκτητών στις αγωνιστικές καθόδους των αγροτών στις πόλεις κ.λπ.

Στο πλαίσιο αυτό δεν υπήρχε έδαφος για την ανάπτυξη φασιστικού κινήματος. Οι φασιστικές οργανώσεις που είχαν κάνει την εμφάνισή τους ήδη από την προηγούμενη δεκαετία (η Ένωσις Ελλήνων Φασιστών, η Λεγεών Εθνικής Σωτηρίας, η Εθνική Ένωσις Ελλάς, η Εθνική Οργάνωσις Ελλάδος κ.ά.), αλλά και όσες ιδρύθηκαν στη συνέχεια (όπως το Εθνικοσοσιαλιστικόν Κόμμα Ελλάδος του Γεωργίου Μερκούρη), δεν κατορθώνουν να μαζικοποιηθούν τόσο, ώστε να αποτελέσουν πραγματική απειλή για το εργατικό και λαϊκό κίνημα, πόσο μάλλον για τη δημοκρατία.

Η μόνη οργάνωση που προκάλεσε κάποια ανησυχία ήταν η Εθνική Ένωσις Ελλάς (ΕΕΕ). Έχοντας συγκροτηθεί με κέντρο τη Θεσσαλονίκη, στηρίχτηκε από κύκλους κυρίως του βενιζελικού χώρου και έγινε πανελλαδικά γνωστή το καλοκαίρι  του 1931, όταν επιχείρησε να πυρπολήσει τον εβραϊκό συνοικισμό Κάμπελ στη Θεσσαλονίκη.  Πρωτοστατώντας σε αντιεβραϊκές, αντικομμουνιστικές και αντισυνδικαλιστικές δραστηριότητες, θεώρησε πως ήταν σε θέση να αντιγράψει την Πορεία προς τη Ρώμη, που είχε φέρει τον Μουσολίνι στην εξουσία το 1922. Η κάθοδος στην Αθήνα, τον Ιούνιο 1933, κατέληξε σε φιάσκο, καθώς οι «χαλυβδόκρανοι» φασίστες βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους κομμουνιστές και διαλύθηκαν.

Η απόπειρα της ΕΕΕ να διεκδικήσει τη λαϊκή ψήφο στις δημοτικές εκλογές του 1934 απέφερε κάποια εντυπωσιακά αποτελέσματα στα Γιάννενα και στην Κοκκινιά, αλλά προκάλεσε και ανησυχία στις αστικές πολιτικές δυνάμεις, που… έκοψαν την οικονομική επιχορήγηση στους Τριεψιλίτες. Στις βουλευτικές εκλογές του Ιανουαρίου 1936 η ΕΕΕ δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει παρά μόνο 505 ψήφους (ποσοστό 0,04%).

Θεωρώ πως οι φασιστικές οργανώσεις της εποχής δεν μπόρεσαν να αναπτυχθούν και να συγκροτήσουν κίνημα, κυρίως για δυο λόγους:
Από τη μια, δεν διαμορφώθηκαν στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1930 όροι ταξικής αντιπαλότητας μεταξύ της εργατικής τάξης και των μικροϊδιοκτητικών κοινωνικών στρωμάτων της πόλης και της υπαίθρου. Αντιθέτως, μέσα από τους λαϊκούς  θεσμούς κοινωνικής αλληλεγγύης και τους κοινωνικούς αγώνες, αναπτύχθηκαν σχέσεις παλλαϊκής συμμαχίας, που αποτέλεσαν και το προοίμιο για την ανάπτυξη του μεγάλου λαϊκού συνασπισμού του ΕΑΜ, κατά την επόμενη δεκαετία. Η πολυσθένεια (ένταξη σε περισσότερες από μια κοινωνικές τάξεις στο πλαίσιο της ίδιας οικογένειας), η κοινωνική κινητικότητα (σχετικά εύκολο πέρασμα από την προλεταριακή στη μικροϊδιοκτητική κατάσταση και αντιστρόφως) και με τους μικρομαγαζάτορες, τους ανεξάρτητους τεχνίτες και μικροβιοτέχνες, και τους μικροκληρούχους ή και τους μεσαίους ακόμα αγρότες, των 30 και των 50 στρεμμάτων, να συμμερίζονται κοινές συνθήκες ανέχειας με τους εργάτες, δεν υπήρχε πεδίο ταξικής αντιπαράθεσης μεταξύ τους. Ήταν σε όλους φανερή η κοινότητα συμφερόντων και η αντίθεση προς την κυρίαρχη πολιτική.

Από την άλλη, ο ελληνικός λαός, έχοντας υποστεί τις συνέπειες των πολεμικών περιπετειών της περιόδου 1912-22, με αποκορύφωμα τη Μικρασιατική Καταστροφή, δεν είχε καμία διάθεση να ακολουθήσει οργανώσεις που πρόβαλαν επεκτατικούς στόχους.

Επιβεβαίωση αυτής της εκτίμησης αποτελεί και το γεγονός ότι οι σημαντικότερες φασιστικές οργανώσεις είχαν ιδιαίτερη επιρροή στη Θεσσαλονίκη και δευτερευόντως στα Γιάννενα. Εκεί, ο εθνικιστικός τους λόγος έβρισκε απήχηση σε μειοψηφικά τμήματα των μικροεμπόρων, που μπορεί να μην είχαν και ιδιαίτερη όρεξη να πολεμήσουν για καμιά Μεγάλη Ελλάδα,  είχαν όμως κάθε λόγο να παρεμποδίζεται η επαγγελματική δραστηριότητα των Εβραίων  ανταγωνιστών τους.

Αξιόλογη ήταν και η επιρροή στη φοιτητική νεολαία της εποχής. Προερχόμενοι κυρίως από την μεγαλοαστική και τη μεσοαστική τάξη, σε μια περίοδο όξυνσης των κοινωνικών αντιθέσεων, οι φοιτητές πολώθηκαν ανάμεσα στα δυο άκρα. Όσο πλησιάζουμε προς το 1936, η μεγάλη πλειονότητα,  όσων απ’ αυτούς εκδηλώνουν ενδιαφέρον για ιδεολογικο-πολιτικά ζητήματα, εντάσσεται είτε στην ΟΚΝΕ είτε στις φασιστικές οργανώσεις. Με μόνους τους φασίστες φοιτητές, φασιστικό κίνημα δεν μπορούσε να υπάρξει, καθώς το σύνολο των φοιτητών αποτελούσε μια μικρή μειονότητα στην τότε ελληνική νεολαία.

Ο Γερμανός πρεσβευτής Αϊζενόρ, σε αναφορά του προς το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών στις 9/5/1934, δίνει τη δική του ερμηνεία για την αδυναμία ανάπτυξης φασιστικού κινήματος στην Ελλάδα, παρατηρώντας κάτι που μόνο ομοεθνής του θα του έδινε τόση σημασία. Εντούτοις, δεν είναι καθόλου αμελητέο:

«Οι αντικομμουνιστικές φασιστικές και εθνικοσοσιαλιστικές ελληνικές οργανώσεις είναι κατακερματισμένες και η ανάπτυξή τους εμποδίζεται από τη φυσική απειθαρχία του λαϊκού χαρακτήρα, την τάση να λένε πολλά λόγια και την αντίθεση προς δυναμικές μορφές δράσης. Ο ελληνικός λαός είναι πατριώτης, αλλά το κράτος και η ανάγκη να προσφέρει οποιαδήποτε θυσία για το κράτος τού είναι ξένες ως ιδέες».

Συνέχεια στο δεύτερο μέρος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου