Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

Το ελληνικό Μακεδονικό Ζήτημα

           

Φτάνοντας στο σημείο όπου θα εστιάσουμε τις εκφάνσεις του ζητήματος μέσα στο πλαίσιο του ελληνικού κράτος, στο μέρος αυτό θα παρακολουθήσουμε, σε αδρές γραμμές και χωρίς να μπορέσουμε να αναφέρουμε όλες τις διαστάσεις της, την πορεία της ελληνικής πολιτικής απέναντι στους πληθυσμούς που από το 1913 ενσωματώθηκαν στην Ελλάδα.

*Συνέχεια από: Το ελληνικό Μακεδονικό Ζήτημα (1ο μέρος)

Όταν τελείωσαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και υπογράφηκε η Συνθήκη του Βουκουρεστίου, το 1913, το νότιο μισό της Μακεδονίας πέρασε στην επικράτεια της Ελλάδας των. Αμέσως η ελληνική κυβέρνηση άρχισε να εφαρμόζει μια πολιτική εξελληνισμού, με σκοπό να αφομοιώσει τους εθνοτικά ετερογενείς κατοίκους της περιοχής και να τους ενσωματώσει στο ελληνικό κράτος του οποίου έγιναν πολίτες.

Μεταξύ του 1913 και του 1928 τα σλαβικά ονόματα εκατοντάδων χωριών και πόλεων εξελληνίστηκαν από την Επιτροπή των Τοπωνυμίων της Ελλάδος και τις Επιτροπές Μετονομασιών των Οικισμών και των Τοπωνυμίων, οι οποίες επιφορτίστηκαν από την ελληνική κυβέρνηση με την «εκβολήν όλων των ονομάτων των συνοικισμών και κοινοτήτων, τα οποία μολύνουσι και ασχημίζουσι την όψιν της ωραίας ημών πατρίδος, παρέχουσι δε και αφορμήν εις δυσμενή δια το ελληνικόν έθνος συμπεράσματα τα οποία οι αντίπαλοι λαοί μεταχειρίζονται εναντίον ημών».

Στις δεκαετίες του 1920 και του 1930 καταστράφηκαν οι σλαβικές επιγραφές στις εκκλησίες και απαγορεύτηκε η τέλεση της λειτουργίας στη σλαβική γλώσσα. Επίσης, εξελληνίστηκαν όλα τα σλαβικά ονόματα και επώνυμα προσώπων. Έτσι ο Γιόβαν Φιλίποφ έγινε Ιωάννης Φιλιππίδης και η Λένα Στόικοφ έγινε Ελένη Στοίκου.

Οι αφομοιωτικές πολιτικές που εφάρμοσε η κυβέρνηση στην ελληνική Μακεδονία είχαν σκοπό να επιβάλουν το αίσθημα της ελληνικής εθνικής ταυτότητας στους ετερόκλητους κατοίκους της περιοχής, πολλοί από τους οποίους εξακολουθούσαν να αυτοπροσδιορίζονται με όρους τοπικούς κι εθνογραφικούς.

Την περίοδο από την δικτατορία του Μεταξά ως τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ο σλαβόφωνος πληθυσμός της ελληνικής Μακεδονίας αντιμετώπισε πολύ άσχημη μεταχείριση.

Στη μελέτη του, Η Μακεδονική Διαμάχη, ο Loring Danforth παραθέτει την ιστορία του Τζων Μάρκοφ: Ο Τζων Μάρκοφ, θυμάται πως η περίοδος Μεταξά στάθηκε καθοριστική για τη ζωή του. Όταν ήταν παιδί και ζούσε σε ένα χωριό κοντά στη Φλώρινα, άκουγε τον πατέρα του: «δεν είμαστε Έλληνες». Όταν πήγε στο δημοτικό, δεν ήξερε λέξη ελληνικά. Λίγα χρόνια αργότερα μαζί με μερικούς φίλους του έμαθε κρυφά να διαβάζει και να γράφει «βουλγαρικά ή μακεδονικά όπως μπορείς να τα πεις σήμερα». Ένας συμμαθητής του άρπαξε το τετράδιο και το έδειξε στον καθηγητή. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ήρθαν χωροφύλακες, τον άρπαξαν και άρχισαν να τον δέρνουν. Τον έριξαν κάτω στα χιόνια και τον έβριζαν «βρωμοβούλγαρε». Εκείνη τη στιγμή πήρε όρκο. Είπε στον εαυτό του: «Δεν θα βγάλω λέξη. Θα τους μισώ για πάντα….».

Μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και όσο προχωρούσε ο ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος γινόταν ολοένα και σημαντικότερη η συνεισφορά των «Σλαβομακεδόνων» στην υπόθεση των κομμουνιστών. Σύμφωνα με ελληνικές πηγές, γύρω στα τέλη του Εμφυλίου Πολέμου, το 30 % του Δημοκρατικού Στρατού, που καθοδηγούταν από τους κομμουνιστές, αποτελείτο από «Σλαβομακεδόνες» και οι περισσότεροι από αυτούς προσέβλεπαν σε κάποιο είδος «μακεδονικής αυτονομίας» μετά το τέλος του πολέμου.

Οι ίδιες πηγές επίσης εκτιμούν πως εκείνη την εποχή παραπάνω από τους μισούς «σλαβόφωνους της Ελληνικής Μακεδονίας επιδεικνύουν σλαβική συνείδηση». Βεβαίως υπήρχαν και πολυάριθμοι σλαβόφωνοι κάτοικοι της ελληνικής Μακεδονίας οι οποίοι είχαν αναπτύξει ήδη ελληνική εθνική συνείδηση ή την ανέπτυξαν εκείνη την εποχή. Η πλειονότητά τους πολέμησε με τον ελληνικό στρατό εναντίον των κομμουνιστών στον Εμφύλιο Πόλεμο. Κατ’ αυτό τον τρόπο συνδέθηκαν στενά η εθνική ταυτότητα από τη μια μεριά και ο πολιτικός προσανατολισμός από την άλλη.

Όπως συνέβη και με τη δικτατορία του Μεταξά την προηγούμενη δεκαετία, ο Εμφύλιος Πόλεμος ήταν για πολλούς ανθρώπους μια κρίσιμη περίοδος για την ανάπτυξη της «μακεδονικής εθνικής ταυτότητας» τους. Συνεπώς, κατά τη διάρκεια του 1940 οι σλαβόφωνοι κάτοικοι της βόρειας Ελλάδας, οι οποίοι μέχρι τότε συμμερίζονταν σε μεγάλο βαθμό την ίδια τοπική ή εθνοτική ταυτότητα, χωρίστηκαν σε δύο αντίθετα και εχθρικά στρατόπεδα με διαφορετικές εθνικές ταυτότητες.

Από το τέλος του Εμφυλίου (1949) ως τη στρατιωτική δικτατορία του 1967

Όταν τελείωσε ο Εμφύλιος, πολλοί από εκείνους που πολέμησαν στο πλευρό των κομμουνιστών, έφυγαν από την Ελλάδα για να εγκατασταθούν στη γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας και σε άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Την ίδια περίοδο οι σλαβόφωνοι που δεν ένιωθαν Έλληνες διώκονταν άγρια. Κατηγορούνταν από τη μια μεριά ως «κομμουνιστές» και από την άλλη ως «Σλάβοι» ή «Βούλγαροι».

Θεωρούνταν «εχθροί της πατρίδας» τόσο εξαιτίας των πολιτικών πεποιθήσεων που έτρεφαν όσο και εξαιτίας της εθνοτικής ή εθνικής ταυτότητάς τους. Και από τις δύο απόψεις δεν θεωρούνταν «πραγματικοί Έλληνες» και πλήρη μέλη του ελληνικού έθνους.

Ο διωγμός τους στην Ελλάδα πήρε δύο ιδιαίτερα ακραίες μορφές: την επιβολή όρκων νομιμοφροσύνης και την κατάσχεση των περιουσιών τους. Περί τα τέλη της δεκαετίας του 1950, οι κάτοικοι μερικών χωριών των νομών της Φλώρινας, της Καστοριάς και της Έδεσσας αναγκάστηκαν να ορκιστούν πως δεν θα μιλούσαν ποτέ ξανά το «τοπικόν σλαβικόν ιδίωμα», αλλά στο εξής θα μιλούσαν μόνον ελληνικά.

Αρκετοί νόμοι από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 και στις αρχές της επομένης επέτρεπαν να κατασχεθεί χωρίς αποζημίωση η περιουσία όσων έχασαν την ελληνική υπηκοότητα επειδή πολέμησαν μαζί με τους κομμουνιστές στον Εμφύλιο ή εγκατέλειψαν παράνομα τη χώρα. Αυτό ίσχυε ακόμη και αν τα μέλη των οικογενειών τους, που έμειναν στην Ελλάδα, εξακολουθούσαν να κατέχουν αυτές τις περιουσίες. Σύμφωνα με ορισμένους υπολογισμούς, τα δύο τρίτα των 22.000 πολιτικών προσφύγων για τους οποίους εφαρμόστηκαν οι παραπάνω νόμοι ήταν σλαβόφωνοι.

Οι ίδιοι νόμοι προέβλεπαν την απομάκρυνση από τις μεθοριακές περιοχές όσων κρίνονταν επικίνδυνοι για την κρατική ασφάλεια και την αντικατάστασή τους από «εθνικόφρονες εποίκους» που προέρχονταν από άλλες περιοχές της Ελλάδας . H κυβέρνηση συχνά εγκαθιστούσε με τα δικά της έξοδα τους «εποίκους» στα κτήματα που κατάσχονταν από τους πολιτικούς πρόσφυγες. Ο εποικισμός των μεθοριακών περιοχών της ελληνικής Μακεδονίας θεωρείτο απαραίτητος για λόγους δημογραφίας όσο και εθνικής ασφάλειας.

Η διπλή διαδικασία των κατασχέσεων και των εποικισμών συνεχίστηκε σε ολόκληρη τη δεκαετία του 1950 κι επί ένα μεγάλο μέρος της επόμενης. Τα αποτελέσματα αυτών των νόμων εξακολουθούσαν να είναι αισθητά ακόμη πολύ πρόσφατα, καθώς πολιτικοί πρόσφυγες, προσπαθούσαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα και να πάρουν πίσω τις περιουσίες που εγκατέλειψαν όταν δραπετεύσαν στο βορρά μετά τον Εμφύλιο, αλλά ματαίως.

Κατά την στρατιωτική δικτατορία πολλοί σλαβόφωνοι εξορίστηκαν ή φυλακίστηκαν. Όταν αποκαταστάθηκε η δημοκρατία, εγκαταλείφθηκαν οι πιο καταπιεστικές μορφές ενοχλήσεων και διώξεων, όμως συνεχίστηκε η γενικότερη πολιτική που αρνιόταν πως υπάρχει διαφορετική εθνική ή εθνοτική συνείδηση.


*Διαβάστε:
Danforth, Loring, Η Μακεδονική Διαμάχη: Ο εθνικισμός σε έναν υπερεθνικό κόσμο, Αθήνα, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 1999.


Της Κατρίν Αλαμάνου

πηγή : tvxs.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου