Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Οι Ρατσιστικές Πρακτικές του Ελληνικού Κράτους – Ιστορική Αναδρομή και Σήμερα

                                    
   Η πρώτη εισήγηση στην ιστορία του Ελληνικού κράτους για ίδρυση μιας υπηρεσίας που θα αναλάμβανε το φακέλωμα και την καταγραφή των εθνικών αρχικά, αργότερα των πολιτικών και κοινωνικών, φρονημάτων των πολιτών γίνεται το 1902 από το τότε Νομάρχη Λάρισας
και αφορούσε τους εποχικούς μετανάστες που έμπαιναν στη Θεσσαλία από τη Μακεδονία που είχε μεγάλες πληθυσμιακές ομάδες σλαβόφωνων, πριν τις εκκαθαρίσει το ελληνικό κράτος στα πλαίσια της επίλυσης του μακεδονικού προβλήματος. Η ιδέα ήταν θαυμάσια,τόσο εξαιρετική για το ελληνικό κράτος που υιοθετείται άμεσα και εφαρμόζεται. Η πρώτη γνωστή καταγεγραμμένη εφαρμογή πιστοποιητικού εθνικών φρονημάτων γίνεται πριν το 1912 και αφορά τους σλαβόφωνες Μακεδόνες που δούλευαν ως εργάτες στα τσιφλίκια και χρησιμοποιήθηκαν αρχικά ως “διαβατήρια” για να διασχίζουν οι σλαβόφωνοι μετανάστες τα παρακρατικά ελληνικά τμήματα που δρούσαν στη Μακεδονία.

Επομένως, η πρώτη γνωστή καταγεγραμμένη εφαρμογή πιστοποιητικού εθνικών φρονημάτων αφορούσε τους μετανάστες εργάτες σλαβόφωνους και είχε μάλιστα και διαβαθμίσεις του τύπου “ημέτερος”, “λαμπρός ημέτερος”,κτλ και ταξινομούσε τους μετανάστες με ένα τρόπο μη ορατό για τους ίδιους ανάλογα με το πόσο κοντά ήταν σε αυτό που καθόριζε το ελληνικό κράτος ως εθνικό κορμό. Αργότερα, όπως γνωρίζουμε από την ιστορία, το πιστοποιητικό εθνικών φρονημάτων επεκτείνεται για να καλύψει τα κοινωνικά και πολιτικά φρονήματα των πολιτών και λειτουργεί ως στοιχείο διαχωρισμού του πληθυσμού και προσδιορίζει την πρόσβαση σε κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα και ελευθερίες των φορέων του. Ως μάρτυρες για την έκδοση τέτοιων πιστοποιητικών, αρχικά εθνικών, για τους σλαβόφωνους μετανάστες χρησιμοποιούνταν οι ιερείς, οι τοπικοί αστυνόμοι, κάθε είδους τοπική αρχή που είχε εποπτεία και έλεγχο του τοπικού πληθυσμού και φυσικά οποιοσδήποτε εθνικά μη ύποπτος που μπορούσε να ρουφιανέψει ή να πιστοποιήσει την “εθνικά ωφέλιμη” δράση του φορέα του πιστοποιητικού.
                

                          

  Το 1907 οι τοπικές αρχές της Καβάλας εισηγούνται μέτρα εναντίον των Εβραίων που έρχονταν κυρίως ως εργάτες στην περιοχή που φτάνουν μέχρι πογκρόμ εναντίον τους ακριβώς για να μην επιτραπεί να δημιουργηθεί Εβραϊκή κοινότητα στην Καβάλα όπως είχε δημιουργηθεί στη Θεσσαλονίκη. Στην Ελλάδα και τις ελληνόφωνες περιοχές των αρχών του 20ου αιώνα, οι εβραϊκοί πληθυσμοί αντιμετωπίζονταν κυρίως ως εθνική μειονότητα και μάλιστα υπάρχουν καταγεγραμμένα περιστατικά πογκρόμ εις βάρος της από εθνικιστικούς θύλακες στη Θεσσαλονίκη οι οποίοι αργότερα βρήκαν την ευκαιρία να συνεργαστούν με τους ναζί για να ολοκληρώσουν το έργο τους με τη μεταφορά των Εβραίων της Θεσσαλονίκης στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των ναζί.
Αντίστοιχα πογκρόμ εις βάρος μειονότητας μουσουλμάνων γίνονται στη Θράκη ως συνέχεια των διοικητικών διακρίσεων, καταπίεσης και πολιτικών πίεσης για την απομάκρυνση αυτών των πληθυσμών από τον ελληνικό χώρο που ορίζει το κράτος. Το ελληνικό κράτος για δεκαετίες δεν ξεχνά την τουρκική ταυτότητα των μουσουλμανικών πληθυσμών σε τέτοιο σημείο που το 1990 οργανώθηκε ένα παρακρατικό πογκρόμ από “αγανακτισμένους Έλληνες” και μάλιστα πολλά ελληνικά μαγαζιά διασώθηκαν επειδή είχαν  βάλει αυτοκόλλητο με ελληνική σημαία ενώ τα αντίστοιχα μαγαζιά των μουσουλμάνων βανδαλίστηκαν από το παρακρατικό συρφετό. Με βάση αυτά τα γεγονότα, η τότε Ευρώπη απείλησε το ελληνικό κράτος με παραπομπή στα ευρωπαϊκά δικαστήρια με την κατηγορία του ρατσισμού κάτι που οδήγησε σε κάποιο βαθμό στην άρση των αποκλεισμών και των διοικητικών μέτρων. Μια χαρακτηριστική περίπτωση του ρατσισμού από το ελληνικό κράτος για τους μουσουλμανικούς,τουρκόφωνους πληθυσμούς της Θράκης είναι τα λεγόμενα δάνεια εθνικής σκοπιμότητας, που άρχισαν τη δεκαετία του 60 από τον υπουργό συντονισμού Μητσοτάκη να υπόσχεται τεράστια κονδύλια με παροχή δανείων σε ελληνορθόδοξους για να αγοράζουν γη των μουσουλμάνων (με αντίστοιχα διοικητικά μέτρα απαγόρευσης σε μουσουλμάνους να αγοράζουν γη). Τη δεκαετία του 90, μετά την άρση πολλών διοικητικών μέτρων διάκρισης, το ελληνικό κράτος ζήτησε τα δάνεια πίσω από τους ελληνορθόδοξους οι οποίοι ίδρυσαν σύλλογο δανειοληπτών και χρησιμοποίησαν το επιχείρημα ότι έπραξαν για το εθνικό συμφέρον!!!
Εργαλείο της πολιτικής του κράτους αποτέλεσαν και οι επιχειρηματικές σκοπιμότητες. Χαρακτηριστικό είναι το πομακικό λεξικό το οποίο χρηματοδοτήθηκε από τον επιχειρηματία Εμφιετζόγλου την ίδια ώρα που ο ίδιος επιχειρηματίας χρηματοδοτούσε πολιτιστικούς συλλόγους στη Μελίτη για να καπελώσει και να επιβάλλει ακόμα και απαγόρευση τραγουδιών στα τοπικά πανηγύρια της περιοχής στους σλαβομακεδονικούς πληθυσμούς! Ειδικά στην περίπτωση της ρατσιστικής αντιμετώπισης των μουσουλμανικών πληθυσμών της Θράκης από το ελληνικό κράτος είναι χαρακτηριστικό ότι η αφαίρεση της ιθαγένειας και η επαναφορά της αφορούσε μονάχα εκείνους τους μουσουλμάνους που είχαν λευκό ποινικό μητρώο κάτι που δεν αφορούσε παρά ελάχιστους δεδομένου ότι οι περισσότεροι μουσουλμάνοι είχαν βιώσει τις ποινικές συνέπειες των διοικητικών μέτρων διάκρισης από την πλευρά του ελληνικού κράτους. Για να υπερβούν τα διοικητικά μέτρα και τα ζητήματα απόδοσης ιθαγένειας ως αναγκαίο στοιχείο για την οικονομική επιβίωση των μουσουλμανικών πληθυσμών χρησιμοποιήθηκαν ακόμα και στα μαγαζιά μουσουλμάνων διάφοροι Έλληνες (κατά το ελληνικό κράτος) οι οποίοι προφανώς είχαν σημαντικές απολαβές και κέρδη από την ισχύ των μέτρων αυτών.
Χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση των ρατσιστικών διακρίσεων του ελληνικού κράτους με τους σλαβόφωνους πληθυσμούς της Μακεδονίας και αφορούσε μάλιστα και τους πολιτικούς πρόσφυγες ως αποτέλεσμα της κυριαρχίας της εθνικιστικής δεξιάς για δεκαετίες (και σήμερα επανακάμπτει με την ηγετική ομάδα της ΝΔ). Στα τέλη της δεκαετίας 90 συχνό είναι το φαινόμενο των εκδρομών φασιστών και νεοναζί σε χωριά της ελληνικής Μακεδονίας όπως το Ξινό Νερό όπου τα παρακρατικά όργανα πιέζουν και στιγματίζουν χωριά που είχαν τη δική τους πολιτιστική ταυτότητα. Οι επιδρομές των χρυσαυγιτών σε διάφορα χωριά με τη συνδρομή της αστυνομίας (περιπολικό μπροστά και πίσω από τα πούλμαν των νεοναζί) επαναλαμβάνονται ακόμα και το 2008. Στη Μελίτη από την οποία πέρασαν οι νεοναζί συνοδεύονταν από επίσημες κρατικές αρχές σε σημείο να κυριαρχεί φόβος στην περιοχή η οποία έχει γνωρίσει για δεκαετίες την κρατική και παρακρατική καταπίεση.
Στη διάρκεια του Β Παγκόσμιου Πολέμου η λογική του ΕΑΜ για άνοιγμα στις μειονότητες των Τσάμηδων και των σλαβόφωνων πληθυσμών στον ελληνικό χώρο είχε αμφιλεγόμενη επιτυχία. Στην περίπτωση των Τσάμηδων, η υπεράσπιση των μειονοτικών χαρακτηριστικών από το ΚΚΕ καθορίζεται από την εχθρική στάση της αριστεράς με την επίσημη γραμμή του εθνικιστικού μπλοκ εξουσίας με αμφιταλαντεύσεις (χαρακτηριστικό είναι ότι το 1934 ο Ριζοσπάστης υιοθετεί τη γραμμή “να μην πάνε τα παιδιά των μειονοτικών Τσάμηδων στο σχολείο”). Ειδικότερα, στους σλαβόφωνους πληθυσμούς οι κομμουνιστές είναι οι μόνοι που διεκδικούν το δικαίωμα των πληθυσμών για να μην αφομοιωθούν και να διατηρήσουν τα χαρακτηριστικά τους. Η δοσιλογική γραμμή στις μειονότητες στον πόλεμο είναι “όλοι μαζί υπέρ του Άξονα και ο καθένας εναντίον του άλλου” με ελεγχόμενο ανταγωνισμό των εθνικισμών στη περιοχή που ενσωμάτωσε τους φιλοβούλγαρους κομιτατζήδες με Έλληνες εθνικοσοσιαλιστές του Πούλου αλλά όλοι μαζί κάτω από τους ναζί σε κοινές επιχειρήσεις! Το ΕΑΜ σε άλλη γραμμή υιοθετεί το σεβασμό των μειονοτήτων ειδικά στη διατήρηση των χαρακτηριστικών των μειονοτήτων αλλά με αμφιλεγόμενη επιτυχία στους Τσάμηδες (μόλις μια μονάδα του ΕΛΑΣ με Τσάμηδες) αλλά με μεγαλύτερη επιτυχία στη σλαβομακεδονική μειονότητα.
Στη δεκαετία του 90, με την αναβίωση του μακεδονικού που διαχειρίστηκε στην εθνικιστική γραμμή ο σημερινός πρωθυπουργός Σαμαράς, οργανώθηκαν τα δεκάδες εθνικιστικά συλλαλητήρια με υποχρεωτική συμμετοχή σχολείων, δημόσιων υπαλλήλων κτλ. Οι εναπομείναντες σλαβόφωνοι πληθυσμοί, στην εποχή της εθνικιστικής υστερίας, καταπιέστηκαν περισσότερο ενώ υπήρξαν και τα γελοία της καταδίωξης αριστερών μικρών κομμάτων με μεταξικούς νόμους όταν εξέδιδαν αφίσες με περιεχόμενο αντιεθνικιστικό.
Η στοχοποίηση μειονοτικών στοιχείων και πληθυσμών από το ελληνικό κράτος και η υιοθέτηση διοικητικών μέτρων όπως τα πιστοποιητικά εθνικών φρονημάτων παρέχει διδάγματα στο πώς αυτά τα μέτρα γενικεύτηκαν για να εφαρμοστούν και στον ελληνικό πληθυσμό με κριτήρια πολιτικά και κοινωνικά. Κοινώς, το πιστοποιητικό εθνικών φρονημάτων αποτέλεσε την πρόβα εφαρμογής του πιστοποιητικού πολιτικών και κοινωνικών φρονημάτων που αφορούσε τους ύποπτους για αριστερές πεποιθήσεις.
                                                    

  Ωστόσο η κατεύθυνση της υπόθαλψης του κοινωνικού κανιβαλισμού που υλοποιείται στη γραμμή ο καθένας για την πάρτη του και ο ένας εναντίον του άλλου αποτελεί μέρος του κοινωνικού εκφασισμού που δρομολογείται από τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ ως αναγκαία προϋπόθεση της αλλαγής των χαρακτηριστικών του ελληνικού καπιταλισμού. Από τη θέση της συναίνεσης που καλλιέργησαν οι ψευδαισθήσεις των μικροαστών για την κοινωνική και οικονομική εξέλιξη και κυρίως λόγω της αδυναμίας του ελληνικού καπιταλισμού να εγγυηθεί πλέον τέτοιες υποσχέσεις, ο προσανατολισμός αλλάζει προς ένα ορίζοντα υποχώρησης των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων και σκλήρυνσης της κρατικής καταστολής. Κοινώς, η συναίνεση που αποσπούσε την κοινωνική αποδοχή στη γραμμή της εκμετάλλευσης της εργασίας και της κερδοφορίας των αφεντικών δίνει τη θέση της στην καταστολή και την επιβολή της κατεύθυνσης αυτής με τεράστιες ποσότητες κρατικής νόμιμης βίας. Ωστόσο, η καλλιέργεια των μικροαστικών ψευδαισθήσεων της κοινωνικής ανέλιξης αποτελέσει και αποτελεί ακόμα εργαλειακό στοιχείο της ηγεμονίας των ιδεών των πολιτικών και οικονομικών ελίτ. Ακόμα και μεγάλα κομμάτια των μεταναστευτικών τμημάτων του πληθυσμού ευθυγραμμίστηκαν προς αυτή την κατεύθυνση, αποδεχόμενοι τους κοινωνικούς και πολιτικούς όρους της καπιταλιστικής κυριαρχίας ενσωματώνοντας αντιλήψεις, στερεότυπα και αναλύσεις που αφορούν το ρόλο τους στον εθνικό καταμερισμό εργασίας. Υπό αυτό το πρίσμα δεν είναι παράξενο που οι επιστάτες των αφεντικών της Ν.Μανωλάδας Ηλείας (περιοχή καλλιέργειας φράουλας με συνθήκες εργασίας Ινδών και Πακιστανών μεταναστών που αντιστοιχούν σε μεσαιωνικό κάτεργο και με εμφανή συνεργασία αστυνομίας-δουλεμπόρων) είναι και μετανάστες (κυρίως αλβανικής καταγωγής) που πρωτοστάτησαν στη βαναυσότητα της καταστολής (μαζί με αφεντικά Έλληνες και κράτος) των μεταναστών εργατών όταν αυτοί διεκδίκησαν αξιοπρεπείς όρους επιβίωσης. Επίσης, με βάση την ανάλυση αυτή, δεν προκαλεί ερωτήματα γιατί σε πολλές νεοναζιστικές συμμορίες της Χρυσής Αυγής που επιτίθενται σε μετανάστες και πολιτικούς “εσωτερικούς εχθρούς” συμμετέχουν και μετανάστες οι οποίοι βλέπουν τη συμμετοχή τους στις ρατσιστικές φασιστικές επιθέσεις ως αναγκαίο όρο για τη δική τους ενσωμάτωση στον κοινωνικό και εθνικό κορμό.
                                               

  Σήμερα, τα διοικητικά μέτρα υιοθετούν πιο επιθετικές τακτικές και υποκρύπτουν πολιτικά βαθύτερες διεργασίες. Η επαναφορά των στρατοπέδων συγκέντρωσης για να εφαρμοστούν στην περίπτωση των μεταναστών, τα ρατσιστικά πογκρόμ με τις επιχειρήσεις “Ξένιος Ζευς” που οδηγεί στις μαζικές προσαγωγές και συλλήψεις των υπόπτων για μεγαλύτερη σκουρότητα δέρματος αποτελούν την ορατή αιχμή της ρατσιστικής γραμμής του κράτους. Η επέκταση πολιτικών διαπόμπευσης ομάδων πληθυσμού που έχουν πεταχτεί εκτός συστήματος καπιταλιστικής παραγωγής και “παρασιτούν” στο περιθώριο της κοινωνίας όπως η ανάρτηση φωτογραφιών από την αστυνομία των ύποπτων οροθετικών γυναικών (αργότερα η έρευνα απέδειξε ότι άδικα διαπομπεύθηκαν) που κατηγορήθηκαν για πορνεία, η δημοσίευση φωτογραφιών όσων ταξινομήθηκαν ως “εσωτερικός εχθρός”, η στοχοποίηση ενός πληθυσμού που κινείται κάτω από το πέπλο της κανονικότητας μέσα στα αστικά κέντρα, οι βασανισμοί αντιφασιστών αφορούν πτυχές της ολοκληρωτικής ρατσιστικής πολιτικής του ελληνικού κράτους. Η κατοχή του μονοπωλίου της βίας από το κράτος, όπως το διαφημίζει ακροδεξιός συμβουλάτορας του Σαμαρά, οδηγεί στην όξυνση της κρατικής καταστολής εις βάρος μεταναστών, αναρχικών-αντιεξουσιαστών και τη διαρκή κατάσταση έκτακτης ανάγκης όπου δημοκρατικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα είναι κενά περιεχομένου μπροστά στην σκοπιμότητα της επίθεσης στον εσωτερικό εχθρό.
Είναι γεγονός ότι πολιτικές φτωχοποίησης του πληθυσμού,ελληνικού και μη,  μέσω μέτρων νεοφιλελεύθερης βαρβαρότητας, η συρρίκνωση εισοδημάτων και η επέκταση φορολογικών μέτρων, η διάλυση δομών κοινωνικής πρόνοιας και η παράδοση της δημόσιας περιουσίας και πλούτου σε καπιταλιστικά συμφέροντα αφεντικών των οικονομικών ελίτ ΠΡΟΫΠΟΘΈΤΟΥΝ την επέκταση του αστυνομικού κράτους. ΤΊΠΟΤΑ από όλα αυτά δεν μπορεί να επιβληθεί χωρίς να συνοδεύεται από διόγκωση του κατασταλτικού μηχανισμού, διαμόρφωση αντιλήψεων και στερεοτύπων που να συμβάλλουν στον κοινωνικό κανιβαλισμό (καλύτερα ο ένας εναντίον του άλλου παρά μαζί εναντίον της εξουσίας) και τη δημιουργία αποδιοπομπαίων τράγων που προσωποποιούν σχηματικά τους υπεύθυνους της εξαθλίωσης αντί για αφηρημένες έννοιες όπως καπιταλισμός, οικονομικές και πολιτικές ελίτ, ΜΜΕ.
                                          

  Να το πούμε ανοικτά, οι οπαδοί της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής βαρβαρότητας ζητούν λιγότερο δημόσιο για να βάλουν στο χέρι εισοδήματα, πλούτο και περιουσίες του πληθυσμού (είτε ιδιωτικές, είτε δημόσια) και για να συμβεί αυτό είναι διατεθειμένοι να δεχτούν μια αντίφαση στην απαίτηση για λιγότερο δημόσιο. ΝΑ ΔΙΟΓΚΩΘΕΙ Η ΚΡΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ και να επεκταθεί το κράτος βασανιστής, το κράτος μπαμπούλας. Κοινώς, ο νεοφιλελευθερισμός απαιτεί πολύ κράτος και τεράστιες ποσότητες και ποιότητες κρατικής νόμιμης βίας για να κυριαρχήσει πάνω στις ρημαγμένες ζωές των από κάτω
[1] πηγή η συνέντευξη και τα κείμενα του Τάσου Κωστόπουλου, “Η Ελλάδα των Αλλων”
πηγή άρθρου εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου