Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2013

Πρόσφυγες και μετανάστες: Tα ανεπιθύμητα θύματα της λήθης μας


      
 
  Η Νερμίν, 16 ετών, ξεκίνησε από ένα βομβαρδισμένο, ετοιμόρροπο σπίτι στη Βόρεια Συρία. Για έξι μήνες αυτή, οι γονείς της και τα επτά της αδέρφια προσπαθούσαν να γλιτώσουν από τις συγκρούσεις, μετακινούμενοι από το ένα μέρος στο άλλο σε μια από τις φτωχότερες περιοχές της πατρίδας της ώστε να γλιτώσουν από τους βομβαρδισμούς.  Η περίπτωσή της είναι σταγόνα στον ωκεανό, αφού 1,2 εκατομμύρια συμπατριώτες της έχουν εκτοπιστεί από τις εστίες τους από τότε που άρχισε ο πόλεμος. 

   Οι περισσότεροι δεν λαμβάνουν σχεδόν καμιά βοήθεια, ενώ οι ανθρωπιστικές ανάγκες τους μεγαλώνουν. «Είδα πολλές οικογένειες και πολλούς γείτονες να φεύγουν οδικώς, κουβαλώντας τα ρούχα τους, ό,τι μπορούσαν. Τα σπίτια όλων μας είχαν βομβαρδιστεί..» γράφει κάπου στο ημερολόγιό της που βρέθηκε από τις ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στους καταυλισμούς Σύριων προσφύγων στην Τουρκία*. Και συνεχίζει: «Τώρα μένουμε σε μια ακατοίκητη περιοχή, σε ένα άδειο σπίτι, Βρισκόμαστε εδώ από τις 19 Σεπτεμβρίου, και θα μείνουμε μέχρι…». Έτσι απότομα τελειώνει το ημερολόγιό της Νερμίν. Πιθανώς κατάφερε να επιστρέψει στη χώρα της. Άλλα κορίτσια της ηλικίας της όμως επιλέγουν το δρόμο της μετανάστευσης προς την Ευρώπη προκειμένου να επιβιώσουν, και σε έναν ενδιάμεσο σταθμό, φτάνουν σε κάποιο από τα νησιά του Αιγαίου. Όπως η Σαμίρα.

   Η 17χρονη Σαμίρα έφτασε με βάρκα στη Λέσβο ένα πρωί του Δεκέμβρη, την εβδομάδα που ακραίες καιρικές συνθήκες έπλητταν το νησί. Περιφερόταν άστεγη και βρεγμένη στην πόλη μαζί με τη μητέρα της, την αδελφή της και άλλους συμπατριώτες της, ώσπου μεταφέρθηκε στο «αυτοσχέδιο» κέντρο υποδοχής προσφύγων που οι ντόπιοι έστησαν για να διαχειριστούν τις ανάγκες των ευάλωτων αυτών πληθυσμών. Εκεί, καθώς και σ’ άλλα σημεία στο νησί, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα στις αρχές Νοέμβρη άρχισαν να προσφέρουν πρωτοβάθμια περίθαλψη και να διανέμουν είδη πρώτης ανάγκης σε όσους έφταναν σε αυτό και σε άλλα νησιά, μέσα από ένα δίκτυο τοπικών συνεργατών και φορέων. Η Σαμίρα εγκατέλειψε πριν μήνες την ιστορική και πολύπαθη περιοχή Γκάζνι του Αφγανιστάν, απ’ όπου πολλοί συμπατριώτες της φεύγουν για να γλιτώσουν από τις επιθέσεις των Ταλιμπάν.

«Σκότωσαν τον πατέρα μας, βίασαν την μητέρα μου και τις δύο μου αδελφές, μόνο εγώ γλίτωσα» αφηγείται καθώς εξετάζεται από τον γιατρό των MSF. «Έτσι αποφασίσαμε με τη μαμά και τις αδελφές μου να φύγουμε. Για μήνες διασχίζαμε βουνά μέσα στο σκοτάδι και το κρύο μέχρι να φτάσουμε ως εδώ σε ακραία εξάντληση. Στα σύνορα με το Ιράν μάς χωρίσανε με την άλλη μου αδελφή, την έβαλαν σε άλλο φορτηγό, και έκτοτε τη χάσαμε», αφηγείται. Η Σαμίρα δεν ξέρει ποιος είναι ο τελικός προορισμός τους. «Κάπου που να έχει ειρήνη, που να μην κινδυνεύουμε» λέει. Ενδιάμεσος σταθμός σ’ αυτό το ταξίδι, η Αθήνα, απ’ όπου γράφει, δέκα μέρες μετά τη Λέσβο: «Αυτή η πόλη έχει πολύ κόσμο, κι όλα τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα και πολύ ακριβά, φοβάμαι ακόμη και να περπατήσω στο δρόμο..». Δύο μέρες μετά, έχασα τα ίχνη της.

  Κανείς δεν γνωρίζει αν η Νερμίν συνάντησε ή θα συναντήσει ποτέ τη Σαμίρα σε κάποιο καταυλισμό προσφύγων ή άλλο «σταθμό» της περιπέτειάς τους. Ωστόσο, μοιάζει να συνδέονται κατά κάποιον τρόπο με μια κοινή μοίρα, με μια κοινή ταυτότητα. Αυτή του «ανεπιθύμητου» πρόσφυγα, του ανθρώπου που στην προσπάθειά του να επιβιώσει από συνθήκες που επεβλήθησαν βίαια ανατρέποντας τη ζωή του στη χώρα του, αναγκάζεται να τεθεί σε «κίνηση» και να αναζητήσει ασφαλές καταφύγιο μακριά.

   H μετανάστευση ήταν πάντα ένα σταθερό φαινόμενο στην ανθρώπινη ιστορία. Ωστόσο, οι ολοένα αυξανόμενες διαφορές βιοτικού επιπέδου μεταξύ χωρών, τα πιο σύγχρονα μέσα μεταφοράς, οι πόλεμοι, η φτώχεια και οι φυσικές καταστροφές έχουν συμβάλει ώστε όλο και περισσότεροι άνθρωποι να εγκαταλείπουν τις εστίες τους. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης, ο αριθμός των μεταναστών υπολογίζεται από περίπου 150 εκατομμύρια που ήταν το 2000, σε 214 εκατομμύρια σήμερα. Δηλαδή, ένας στους 33 ανθρώπους σήμερα στον κόσμο έχει εγκαταλείψει το μόνιμο τόπο κατοικίας του. Στη διάρκεια αυτής της δεκαετίας οι χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου και όχι οι πλούσιες χώρες –όπως πιστεύεται- είναι αυτές που δέχθηκαν το μεγαλύτερο μερίδιο της παγκόσμιας μετανάστευσης. Σήμερα υπολογίζεται ότι οι πλούσιες χώρες δέχονται λιγότερο από το 40% των ανθρώπων που μεταναστεύουν από τις αναπτυσσόμενες χώρες.
 
   Μάλιστα, την προηγούμενη δεκαετία οι πλούσιες χώρες -μεταξύ αυτών και κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης- υιοθέτησαν περιοριστικές πολιτικές για τη μετανάστευση παρά το τεράστιο δημογραφικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν (υπογεννητικότητα, έλλειψη εργατικού δυναμικού). Κι αυτό διότι η μεταναστευτική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνδέεται πρωτίστως με την ατζέντα της ασφάλειας και λιγότερο της οικονομικής ανάπτυξης ενώ στο δημόσιο λόγο οι μετανάστες όλο και περισσότερο προβάλλονται με αρνητικό τρόπο. Οι πολιτικές περιορισμού της μετανάστευσης περιλαμβάνουν το «σφράγισμα» των συνόρων, συμφωνίες συνεργασίας με χώρες προέλευσης και διέλευσης και επιστροφές (απελάσεις) ή επαναπροωθήσεις.

   Το ανθρώπινο κόστος αυτών των πρακτικών κατά κανόνα δεν αποτιμάται από τους υπεύθυνους ούτε γίνεται γνωστό στο ευρύ κοινό. Η ανθρωπιστική πλευρά του ζητήματος αποσιωπείται συστηματικά και οι αφίξεις των μεταναστών παρουσιάζονται συστηματικά ως απειλή για τη σταθερότητα και την ευημερία της Ελλάδας και της Ευρώπης. Σήμερα, στην Ελλάδα, μετανάστες, πρόσφυγες από εμπόλεμες χώρες, εκτοπισμένοι από περιοχές που έχουν υποστεί φυσικές καταστροφές, αντιμετωπίζουν με την είσοδό τους κράτηση που μπορεί να φτάσει τους 12 μήνες, σε συνθήκες που το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει κρίνει απάνθρωπες και εξευτελιστικές. Είναι σ’ αυτό το σημείο που «μπαίνουν στο κάδρο» οργανώσεις ιατρικές, ανθρωπιστικές όπως οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, στην προσπάθειά τους να καλύψουν άμεσες ιατρικές και ανθρωπιστικές ανάγκες των ευάλωτων αυτών ανθρώπων, χωρίς διακρίσεις εθνικότητας, φύλου ή πεποιθήσεων ακολουθώντας τον παγκόσμιο κώδικα ιατρικής ηθικής.

   Η Σαμίρα, αφού καταγράφηκε από τις αρχές αφέθηκε ελεύθερη από τις αρχές λόγω της περιορισμένης χωρητικότητας των χώρων κράτησης και ελλείψει κάποιου ειδικού χώρου υποδοχής. Αλλά ακόμη κι όταν η κράτηση είναι σύντομη, το μέλλον γι’ αυτούς τους ανθρώπους δεν είναι ευοίωνο. Η πρόσβαση στο σύστημα ασύλου παραμένει εξαιρετικά δύσκολη ενώ οι πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας εξαιρετικά μικρές. Η κάθε «Νερμίν» ή «Σαμίρα» θα δυσκολευτεί πολύ να βρει το πολυπόθητο και ασφαλές «Ελ Ντοράντο» που θα της παράσχει άσυλο. Αυτό που συνήθως βρίσκει στη χώρα μας είναι κοινωνικός αποκλεισμός (έλλειψη πρόσβασης στην περίθαλψη), στιγματισμός, ρατσιστικές επιθέσεις ή επιχειρήσεις- σκούπα όπως η Ξένιος Δίας που συνεπάγεται εκ νέου κράτηση και πιθανώς απέλαση μετά από πολλούς μήνες εγκλεισμού. Αυτές οι πρακτικές εντείνουν εκ νέου την ξενοφοβία και τελικά όχι μόνο δεν καταπραΰνουν αλλά τρέφουν φαινόμενα ρατσιστικής βίας, ακραίας πόλωσης της κοινής γνώμης και χειραγώγησης της ενημέρωσης. Γιατί οι «άλλοι» θα συνεχίσουν να φτάνουν όσο υπάρχει πόλεμος, ανασφάλεια και ανέχεια, όπως και «εμείς» αναζητούμε ένα αύριο με μεγαλύτερη αξιοπρέπεια αλλού.

   Και όσο πιο σκληρά μέτρα εφαρμόζονται για την αποτροπή των μεταναστευτικών ροών τόσο πιθανότερες και συχνότερες είναι οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ο κίνδυνος για τη ζωή αυτών των ανθρώπων. Χωρίς ασφαλείς και νόμιμες εναλλακτικές αναγκάζονται να επιλέγουν όλο και πιο επικίνδυνα περάσματα και πολύ συχνά δεν έχουν επιλογή από το να εμπιστευτούν τη ζωή τους σε διακινητές που εκμεταλλεύονται την ευάλωτη κατάστασή τους συχνά με τραγικά αποτελέσματα.

   Γιατί η Σαμίρα και οι υπόλοιποι «ανεπιθύμητοι» συμπατριώτες της, παρά την εξαθλίωση που υφίστανται, ουσιαστικά είναι ακόμη οι «τυχεροί». Αυτοί που ακόμη επιζούν. Σύμφωνα με τις Αρχές, τον περασμένο χειμώνα, μέσα σε ένα μόλις μήνα, τρία άτομα δεν κατάφεραν να περάσουν τα σύνορα, έχασαν τη ζωή τους στα παγωμένα νερά του Έβρου ενώ άλλοι οκτώ αγνοούνταν. Ένα 9χρονο κορίτσι μαζί με τον 55χρονο παππού του από το Αφγανιστάν χάθηκαν στα νερά του ποταμιού όταν η βάρκα τους ανατράπηκε.

  Όταν η θερμοκρασία έπεσε στους -10, ένας Παλαιστίνιος έχασε τη ζωή του από υποθερμία περιμένοντας ώρες μαζί με άλλους δεκατέσσερις συνοδοιπόρους σε ένα μικρό νησί του ποταμού όπου τους εγκατέλειψε ο δουλέμπορος οδηγός της βάρκας τους. Το περασμένο καλοκαίρι, λίγο έξω από τη Σμύρνη, 60 επιβάτες από τη Συρία, κυρίως γυναίκες και παιδιά, πνίγηκαν. Και πολύ πρόσφατα, μια βδομάδα μετά την άφιξη της Σαμίρα, 28 άτομα πνίγηκαν όταν η βάρκα τους βυθίστηκε λίγο έξω από τις ακτές της Λέσβου. Ο ακριβής αριθμός των ανθρώπων που χάθηκαν, πνίγηκαν ή πέθαναν από το κρύο στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, στην προσπάθειά τους να διασχίσουν σύνορα από την ξηρά ή δια θαλάσσης μόνο κατά προσέγγιση μπορεί να υπολογιστεί. Είναι τα «ξεχασμένα» θύματα ενός σιωπηλού πολέμου. Οι μάρτυρες της εκούσιας λήθης μας.

   Παρά τη εξαθλίωση στην οποία τους οδηγεί η αδιαφορία των κυβερνήσεων μας για την οποία συνυπεύθυνοι είμαστε όλοι μας, εξακολουθούμε να αντιλαμβανόμαστε την κάθε «Νερμίν» ή «Σαμίρα», τον κάθε μετανάστη ή πρόσφυγα ως απειλή, μετατρέποντάς τον σε «αποδιοπομπαίο τράγο» ή σε συλλογικό εχθρό, υπεύθυνο για τις εθνικές κακοτυχίες μας. Το γεγονός ότι πλέον στην Ελλάδα αυξάνεται και η δική μας «ευαλωτότητα», και δίνουμε πλέον κι εμείς οι ίδιοι και τα παιδιά μας μάχη για να κρατηθούμε μέσα σε ένα περιβάλλον που υφίσταται ακραίους κοινωνικοπολιτικούς κραδασμούς, δεν φαίνεται να μετρά όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τον «ξένο».

  Όλοι γνωρίζουμε ότι παίρνει χρόνο, ενέργεια και πόνο για να χτιστεί μια ζωή και να συντηρηθεί. Και μαθαίνουμε με οδυνηρό τρόπο ότι το κλειδί στην επιβίωση είναι η αλληλεγγύη. Τότε γιατί αποκλείουμε αυτούς τους ανθρώπους από την υποστήριξή μας; Γιατί τους κρίνουμε ως ανεπιθύμητους, στιγματίζοντάς τους και στερώντας τους αγαθά που θα έπρεπε να είναι αυτονόητα σε μια ανθρώπινη κοινωνία; Πόσος χρόνος χρειάζεται για να ωριμάσει στον εθνικό μας «ψυχισμό» η συναίσθηση του πόνου του «άλλου», του «ξένου», και να απαλλαγούμε από προκαταλήψεις χρώματος, φυλής, θρησκείας, κουλτούρας;

   Κι αν ακόμη δεν είμαστε σε θέση να δώσουμε συλλογικά απαντήσεις, τουλάχιστον ας μπορούμε να θέτουμε καθημερινά, υπεύθυνα στους εαυτούς μας τις ερωτήσεις. Είναι το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε για να κρατήσουμε ζωντανό το πρώτο και πλέον απαραίτητο κύτταρο ενός πολιτισμού: την αλληλεγγύη.

   Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα προσφέρουν ιατρική και ανθρωπιστική βοήθεια σε μετανάστες και πρόσφυγες στην Ελλάδα από το 2008. Από τα μέσα του Νοέμβρη αναπτύσσουν σε ολόκληρη την Ελλάδα την εκστρατεία ευαισθητοποίησης και ανεύρεσης πόρων «Παστίλιες για τον πόνο του άλλου» για τα προβλήματα των ευάλωτων, κοινωνικά αποκλεισμένων ασθενών στην Ελλάδα και τον υπόλοιπο κόσμο.

Τα ονόματα σ’ αυτό το άρθρο έχουν αλλαχθεί.
Η Μελίνα Σπαθάρη είναι Υπεύθυνη Τμήματος Επικοινωνίας στο ελληνικό τμήμα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα
* Περισσότερα για το ημερολόγιο της Νερμίν: http://www.msf.org/msf/articles/2012/12/syria-diary-of-a-familys-flight.cfm
 
Της Μελίνας Σπαθάρη.
 
πηγή : tvxs.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου