Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2013

Συγκλονιστική μαρτυρία για τη σφαγή στο Κεράσοβο Ιωαννίνων


         

  Μια συγκλονιστική μαρτυρία της ομαδικής σφαγής στο Κεράσοβο Πωγωνίου, όπου Ναζί εκτέλεσαν ομαδικά κατοίκους του χωριού, ήρθε στο φως της δημοσιότητας τη Δευτέρα. Από την αφήγηση της ηλικιωμένης γυναίκας που επέζησε της εκτέλεσης, ιδιαίτερα συγκινητική είναι η ιστορία ενός μικρού κοριτσιού, που ενώ οι εκτελεστές την άφησαν ελεύθερη, εκείνη προτίμησε να πεθάνει μαζί με την οικογένειά της, αρνούμενη να ζήσει χωρίς αυτούς.

«Μοιρολόγια, φωνές. Εικόνες που δεν ξεχνιούνται, δεν φεύγουν από τα παιδικά μάτια. Πάνω στην πέτρα, μπροστά στη Σπηλιά, για χρόνια, είχε μείνει η κοτσίδα από τα μαλλιά της 15χρονης Κλεοπάτρας».

Με αυτά τα λόγια η 74χρονη, σήμερα, Κατερίνα Γάστιου - Δρούμπουλα μετέφερε στο ΑΠΕ - ΜΠΕ τις τραυματικές της αναμνήσεις από το χρονικό της σφαγής στο Κεράσοβο Πωγωνίου, όπου στις 15 Αυγούστου του1944, Ναζί κατακτητές εκτέλεσαν ομαδικά πολλούς κατοίκους του χωριού.
        
 
  Η πεντάχρονη τότε Κατερίνα βοήθησε μαζί με την οικογένειά της τους περισσότερους συγχωριανούς της να κρυφτούν από τους ναζί δολοφόνους, οδηγώντας τους σε μία «Σπηλιά» στο Κεράσοβο, η οποία πλέον έχει κηρυχθεί «τόπος ιστορικός» από το υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού.

«Ζήσαμε ένα δράμα, έχουμε ακόμη εφιάλτες που μας ταράζουν», λέει χαρακτηριστικά η κα Γάστιου.

«Το χωριό μας ήταν στον στόχο των εξαγριωμένων Γερμανών, γιατί οι αντάρτες, είχαν κάνει σαμποτάζ σε κοντινή περιοχή. Όλοι στο χωριό ήμασταν προσεκτικοί. Μάλιστα, κρυβόμασταν στα χωράφια. Πέρασαν μέρες, ξεθαρρέψαμε και ξαναμαζευτήκαμε.

Ήταν παραμονές της Παναγίας, Δεκαπενταύγουστος. Το βράδυ, οι γονείς μου είχαν μείνει στο αλώνι, φύλαγαν το σιτάρι. Εγώ με τη γιαγιά και τα αδέλφια μου ήμουν στο σπίτι μας, στο χωριό. Τα μεσάνυχτα ξύπνησα, αναζήτησα τους γονείς μου και όταν είδα πως δεν είναι στο σπίτι, σκέφτηκα να πάω να τους ψάξω στο αλώνι ή σε ένα άλλο χωριό που κρυβόμασταν συνήθως, 7 χιλιόμετρα πιο μακριά, στη Στρατίνιστα. Είχα μία ανησυχία. Άλλες φορές δεν έψαχνα τους γονείς μου. Εκείνο το βράδυ δεν ξέρω τι μου συνέβη.

Έφυγα κρυφά, περπάτησα ένα τέταρτο με τα πόδια μέσα στο σκοτάδι και πήγα στο αλώνι. Δεν φοβόμουν. Δεν ξέρω γιατί. Ήταν θεϊκή δύναμη;

Τους βρήκα στο αλώνι. Η μητέρα μου τρόμαξε, όταν με είδε. Μου είπε να κοιμηθώ, όμως δεν μπορούσα. Είχε ξαστεριά ο ουρανός και κοίταζα τα αστέρια. Κάτω από το αλώνι μας, ήταν ο δρόμος.

Ξαφνικά, ύστερα από μία ώρα, ακούγεται φασαρία. Σηκώθηκε η μητέρα μου να δει τι γίνεται. Ο δρόμος είχε 'μαυρίσει' από Γερμανούς. Είχαν φτάσει στην άκρη του χωριού. Γρήγορα ξυπνήσαμε τον πατέρα μου, σηκωθήκαμε πήραμε τα ζώα και λίγο σιτάρι, αρχίσαμε από το μονοπάτι να ανεβαίνουμε στο χωριό.


Ακόμη έχω στα αυτιά μου τις φωνές του πατέρα μου. Ήταν δραματική η φωνή του. Ξυπνήστε χωριανοί. Ξυπνήστε, έρχονται Γερμανοί».

Όσοι άκουσαν τον Βασίλη Γάτσιου έφυγαν τρέχοντας για το βουνό, λέει η κυρία Κατερίνα και συνεχίζει:

«Μαζί με τη μητέρα μου, πήγαμε σπίτι να ξυπνήσουμε τα αδέλφια μου και να φύγουμε. Στην είσοδο, είχαν φτάσει οι Γερμανοί. Διαφύγαμε από την πίσω πόρτα, μέσα από έναν μικρό κήπο. Πήραμε το ρέμα και ανεβήκαμε στο βουνό, αφού περπατήσαμε όλη τη νύχτα. Πήραμε μαζί μας και κάποια κορίτσια που συναντήσαμε στην πλαγιά, όπου φύλαγαν τα ζώα τους. Όσοι δεν πρόλαβαν να εγκαταλείψουν το χωριό - 20 συγχωριανοί μας έμειναν πίσω - συνελήφθησαν από τους Γερμανούς, οι οποίοι τους έκλεισαν μέσα στην εκκλησία.


Στις 15 Αυγούστου, τους μετέφεραν στη Σπηλιά, όπου ο κόσμος είχε κρύψει σιτάρι, αλεύρι, τρόφιμα και ρούχα. Αφού έβαλαν φωτιά μέσα στο χώρο, τους διέταζαν να μπουν στην κόλαση. Εκείνοι, αρνιόνταν και αντιστέκονταν κι έτσι τους εκτέλεσαν».

Συγκλονίζει επίσης η αφήγηση της κυρίας Γάτσιου για την σκληρή μοίρα μίας οικογένειας με δύο κορίτσια, την οικογένεια Κολιμάντζου.


«Το μικρότερο κορίτσι, η Βασιλική, που ήταν στην ηλικία μου, το γύρισαν πίσω οι Γερμανοί, όμως εκείνη ήθελε να ακολουθήσει τη μοίρα της οικογένειας της και την εκτέλεσαν.

Μετά έβαλαν φωτιά σε όλα τα σπίτια του χωριού. Κάηκαν 99 σπίτια.


Εμείς, από ψηλά, από τον Προφήτη Ηλία, βλέπαμε τα σπίτια μας λαμπαδιασμένα. Το χωριό καιγόταν. Η μητέρα μου έκλαιγε κι εγώ στεναχωριόμουν που την έβλεπα να κλαίει.

Μείναμε μέρες στο βουνό. Δεν είχαμε τι να φάμε. Λίγα άγρια φουντούκια βρίσκαμε. Μετά έφυγαν οι Γερμανοί και κατεβήκαμε στο χωριό. Ήταν όλα στάχτη.


Μάζεψαν οι μεγαλύτεροι τους νεκρούς. Η μυρωδιά του καμένου ήταν διάχυτη. Μοιρολόγια, φωνές. Εικόνες που δεν ξεχνιόνται, δεν φεύγουν από τα παιδικά μάτια».

Μετά τη φωτιά και τις εκτελέσεις, ήρθαν η πείνα και οι αρρώστιες. Είκοσι συγχωριανοί της πέθαναν από ελονοσία.

Ο σύζυγος της, Ηλίας Δρούμπουλας, ήταν τότε 15 ετών:
«Θυμάμαι το δράμα. Ήταν κόλαση το χωριό. Ακούω ακόμη στον ύπνο μου την φωνή του Βασίλη Γάτσιου και τον εφιαλτικό ήχο της γερμανικής μπότας. Δεν μπορώ με λόγια να το περιγράψω».

Το Κεράσοβο Πωγωνίου, είναι ένα μικρό χωριό στα Β.Δ. του Νομού Ιωαννίνων. Πάνω από τη Σπηλιά, στην κορυφή του λόφου, οι Κερασοβίτες έστησαν έναν μεγάλο λευκό σταυρό για να τιμήσουν τους νεκρούς τους.
πηγή : tvxs.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου