Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

Hugo Höllenreiner: Ήμουν το πειραματόζωο του Μένγκελε





Συνέχεια στο αφιέρωμα του tvxs.gr για την Δημοκρατία της Βαϊμάρης, με μια συγκλονιστική συνέντευξη. Γερμανός Ρομά, οHugo Höllenreiner είναι ένας από τους επιζώντες των ναζιστικών στρατόπεδων συγκέντρωσης και των πειραμάτων του διαβόητου δόκτορα Μένγκελε. Στο χθεσινό πρώτο μέρος της συνέντευξης περιγράφει την φρίκη των στρατοπέδων, όπου θα βρεθεί κρατούμενος σε ηλικία 10 ετών. Σήμερα είναι η σειρά των πειραμάτων του Μένγκελε.
Θα μας μιλήσετε για την εμπειρία σας με τον Δρ. Μένγκελε;

Γνωρίζαμε το τι κάνει ο Μένγκελε. Ήταν κι άλλοι μαζί του, ένας Μπάλιτς, ένας Μπλάκε. Δεν θα τους ξεχάσω ποτέ... Ξέραμε ότι ο Μένγκελε έκανε κάτι κακό στα παιδιά και μας έστειλαν σε αυτόν εμένα και τον αδερφό μου. Αυτός τις περισσότερες φορές ευνούχιζε τα παιδιά. Δύσκολα μπορώ να το περιγράψω, ακούει και πολύς κόσμος. Έπρεπε να ανοίξεις τα πόδια και με μαχαίρια άρχισε να κόβει, δεν μπορώ να σας δείξω αλλά μπορείτε να φανταστείτε. Το τι έκοβε, τι έκαναν δεν ξέρω ούτε σήμερα, ξέρω μόνον ότι κάτι έβγαλαν, κάτι έβαλαν δεν ξέρω. Ο αδερφός μου που έπαθε τα ίδια δεν μπόρεσε να αποκτήσει παιδιά. Εγώ είχα τύχη και μετά πολλά χρόνια μπόρεσα να αποκτήσω δύο παιδιά.

- Αλλά ο αδερφός σας δεν είχε. Τι συνέβη με αυτόν;

Τον έκοψαν τόσο, όταν βγήκε πήγε σε γιατρούς αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Του έκοψαν κάποιο νεύρο, αυτό του το είπε ο γιατρός, ώστε ποτέ πια να μην είναι σε θέση να…

- Πως ήταν σαν άνθρωπος;

Ο Μένγκελε; Πάντα γελούσε, ακόμη και όταν χειρουργούσε σε ρώταγε από πού είσαι και σου έλεγε ότι όλα θα πάνε καλά. Και γνωρίζοντας τι έκανε παρακαλούσες, αφήστε με παρακαλώ έλεγες, όμως ήταν κτηνώδης.

- Είσαστε όμως ναρκωμένος...

Δεν υπήρχε νάρκωση. Σε τελείωναν ψυχολογικά.

- Πόση ώρα κράτησε αυτό;

Δεν ξέρω ακριβώς

- Γινόταν μυστικά;

Ναι.

- Πως έγινε, ήρθαν και σας πήραν από το παράπηγμα και σας είπαν ότι θα πάτε στον Μένγκελε;

Μας έδιναν την διαταγή να βγούμε έξω. Δεν είχε σημασία αν είσαι παιδί η γέρος. Μας βάζανε σε πεντάδες στο κρύο. Ερχόντουσαν τα SS και μετράγανε. Το τι έκανε με τα παιδιά ήταν απερίγραπτο.

- Τι ήθελε;

Ήθελε να μην μπορείς να κάνεις παιδιά. Είμαι άνδρας και αυτός θέλει να με κάνει κορίτσι. Αυτά είναι πράγματα που δεν ξεχνιούνται.

- Μάθατε τι έγινε με άλλα παιδιά από το στρατόπεδο;

Προσπάθησαν να μην πεθάνουν

- Τι πάθανε τα άλλα παιδιά;

Τα περισσότερα δεν είχαν πια γονείς. Τους έκοψαν, τους ευνούχισαν. Τα περισσότερα πέθαναν.

- Μιλήσατε αναμεταξύ σας, τα παιδιά, για όλα αυτά;

Δεν υπάρχει σε τέτοιες στιγμές συζήτηση. Σκέφτεσαι τον εαυτό σου, πως θα βγεις από εκεί. Τι μπορείς να κάνεις για τα αδέρφια σου.

- Το συζητήσατε μετά με τον αδερφό σας;

Ναι, το συζητάμε συχνά. Όμως αυτός κόπηκε έτσι που να μην γίνεται τίποτα πια. Σήμερα θα ήταν ένα παιχνιδάκι, αλλά τότε μετά το στρατόπεδο δεν γινόταν τίποτα.

- Σας μετέφεραν όμως και σε άλλα στρατόπεδα.

Ναι, από εκεί μας πήγαν στο Ράβενσμπρικ κάπου στην Αυστρία. Δεν ξέραμε που βρίσκεται αυτό. Εκεί δεν βλέπαμε ανθρώπους των SS αλλά μόνον τους κάπο (είδος αστυνόμου, φύλακα) οι οποίοι ήταν επίσης κρατούμενοι, αλλά ήταν πολύ κακοί άνθρωποι.

- Πόσο μείνατε εκεί ;

Περίπου οκτώ μήνες. Και μετά είπαν θα μεταφερθούμε στο Μαουτχάουζεν και σκεφτήκαμε ότι ίσως θα είναι καλύτερα εκεί. Παντού υπήρχαν πεθαμένοι. Το βράδυ όταν σηκωνόσουν για να κάνεις την ανάγκη σου, δεν υπήρχαν τουαλέτες, πέρναγες πάνω από ανθρώπους που είχαν πεθάνει.

Μετά μας πήγαν στο Μπέργκεν Μπέλσεν, φτάσαμε νύχτα εκεί, δεν θα το ξεχάσω όλη μου την ζωή, έψαξα να βρω την μητέρα μου, τον πατέρα μου, τον αδελφό μου, τίποτα τους είχαν πάει αλλού. Ήμουν τόσο μόνος ούτε η αδερφή μου ήταν εκεί. Έψαχνες, πεινούσες, διψούσες. Στο Μπέλσεν έτρεχες πάνω από πτώματα που βρισκόντουσαν μέρες εκεί, έπεφτες, μια φορά έπεσα με το πρόσωπο πάνω σε νεκρό. Όμως σκληραίνεις. Έτρεχες έκανες ότι σου έλεγαν μέχρι να γυρίσεις στο παράπηγμα.

- Δηλαδή το Μπέλσεν ήταν σαν νεκροταφείο;

Το Μπέλσεν ήταν νεκροταφείο όπου κείτονταν οι πεθαμένοι ακόμη και σαπισμένοι. Νεκροί που το αίμα τους ήταν μαύρο πηγμένο γιατί κείτονταν μέρες εκεί. Φαγητό και νερό δεν υπήρχε και προσπαθούσες να το βρεις με κάθε τρόπο. Όταν ο νεκρός κρατούσε κλειστό το χέρι του δεν το άνοίγες εύκολα. Σερνόμαστε κοντά του και ανοίγαμε δύσκολα την χούφτα και ότι κρατούσε το τρώγαμε επί τόπου. Έδινα και στα αδέρφια μου αν έβρισκα τίποτα.

- Πως καταφέρατε να επιβιώσετε;

Επιβίωσα γιατί με βοήθησαν τα αδέρφια μου και εγώ τους έδινα γιατί ήμουν και πατέρας και μητέρα και είμαι σήμερα υπερήφανος για αυτό.

- Βγήκατε όλοι ζωντανοί από το στρατόπεδο;

Ναι, οι δύο μου αδερφοί βαριά άρρωστοι. Όταν ελευθερωθήκαμε δεν περιγράφεται η χαρά. Οι Ρώσοι ήταν ήδη εκεί, ήρθαν και Αμερικανοί, Εγγλέζοι. Αυτοί όλοι όταν έφτασαν ήταν θεοί για μένα. Μας έδωσαν και σοκολάτες και τσίχλες, είμαστε βασιλιάδες. Μείναμε αρκετές ημέρες ακόμη εκεί. Δεν επιτρεπόταν να εγκαταλείψουμε το στρατόπεδο επειδή υπήρχε ο κίνδυνος επιδημιών. Είπα τότε το ίδιο μου κάνει, πρέπει να βγω. Ο πατέρας μου έλειπε, η μητέρα μου ήταν εκεί, ο αδερφός μου έλειπε, πρέπει να δω που βρίσκονται, ήμουν δέκα χρονών σχεδόν έντεκα.

- Και πώς βγήκατε;

Πήρα νύχτα τα αδέρφια μου και περπατούσαμε στο άγνωστο. Δεν ήξερες που να πας, μόνον μακριά από το στρατόπεδο... Κάναμε σίγουρα γύρω στα 20 με 30 χιλιόμετρα μέσα σε τρεις, τέσσερις μέρες. Μπαίναμε σε αγροικίες όπου μας έδιναν κάτι να φάμε και κοιμόμαστε στον αχυρώνα και συνεχίζαμε το περπάτημα μέχρι το Ανόβερο, που είναι σε απόσταση 50, 60 χιλιομέτρων από το στρατόπεδο περπατώντας κάθε μέρα 5, 6 και 10 χιλιόμετρα και εκεί καταλάβαμε ότι βρισκόμαστε σε καλά χέρια. Χάρτη δεν μπορούσα να διαβάσω, ο κόσμος μας έδειχνε τον δρόμο. Συνεχίσαμε, κοιμόμαστε σε αγροικίες, τρώγαμε κάτι και συνεχίζαμε.

- Πως καταλήξατε στο σπίτι σας μετά από μέρες περπάτημα;

Περπατήσαμε πολλές μέρες, κάναμε περίπου 50 χιλιόμετρα και ξαφνικά έρχεται ένα αυτοκίνητο και ο οδηγός φωνάζει στη μητέρα μου με το όνομά της, Σόφη. Ήταν ένας ξάδερφός της που έψαχνε και αυτός την οικογένειά του. Ελάτε όλοι στο αυτοκίνητο, το θυμάμαι ακόμη και σήμερα και μας πήγε μέχρι το Μόναχο.

Φτάσαμε στο Μόναχο και πήγαμε στο σπίτι μας, ήταν ξένοι άνθρωποι μέσα που επέμεναν ότι είναι δικό τους το σπίτι. Εγώ και η μητέρα μου τσακωθήκαμε μαζί τους. Είχαμε ένα στάβλο για τα άλογα, ήταν μεγάλο οικόπεδο, 1000 τμ.και είπαμε θα κοιμηθούμε εκεί. Μείναμε αρκετές μέρες, οι γείτονες μας έδωσαν κουβέρτες.

Αναρωτιόμαστε που είναι ο πατέρας και πράγματι κάποια μέρα ήρθε. Δεν μπορώ να σας περιγράψω πως ήταν όταν μας πήρε στην αγκαλιά του. Και τότε ο πατέρας μου είπε είναι δικό μου το σπίτι, τσακώθηκε έντονα άνοιξε την πόρτα μπήκε μέσα και άρχισε να πετάει τις καρέκλες από τα παράθυρα. Έξω, έξω από το σπίτι μου. Και τότε τα μάζεψαν και έφυγαν και εμείς μείναμε πια στο σπίτι μας. Ήταν και Εγγλέζοι στρατιώτες εκεί, κοιτάξανε τα χαρτιά και είπαν εντάξει αυτό είναι το σπίτι σας μπορείτε να μείνετε.

 Συνέντευξη: Ελένη Κωνσταντινίδου, επιμέλεια Φωτεινή Λαμπρίδη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου